αὐθημερινός

αὐθημερ-ῐνός, ή, όν, = sq.,
A ephemeral,

ποιηταί Cratin. 306

.
2 μίσθιος αὐ. day-labourer, LXX Jb.7.1.
3 σοφὸς αὐ., = αὐτοσχέδιος, Eust.44.14.
4 = sq., Thphr.Sign.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυθημερινός — αὐθημερινός, ή, όν (AM) 1. ο αυθήμερος* 2. «μίσθιος αὐθημερινός» ημερομίσθιος εργάτης, μεροκαματιάρης 3. «σοφὸς αὐθημερινός» αυτοσχέδιος σοφός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυθ (πρβλ. αυτο ) + ημερινός < ημέρα] …   Dictionary of Greek

  • αὐθημερινός — ephemeral masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινῶν — αὐθημερινός ephemeral fem gen pl αὐθημερινός ephemeral masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινόν — αὐθημερινός ephemeral masc acc sg αὐθημερινός ephemeral neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινοί — αὐθημερινός ephemeral masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινοῦ — αὐθημερινός ephemeral masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινούς — αὐθημερινός ephemeral masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινῇ — αὐθημερινός ephemeral fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινή — αὐθημερινός ephemeral fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινήν — αὐθημερινός ephemeral fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐθημερινῷ — αὐθημερινός ephemeral masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.